
Η Μύκονος πίσω από τα φώτα
Η Μύκονος πέρα από τα φώτα: ένα βιωματικό ταξίδι στην Άνω Μέρα, στις αυθεντικές γεύσεις και στη Δήλο. Ανακάλυψε το άλλο της πρόσωπο.
Επιμέλεια: Κυριάκος Σαχινίδης/ Ψηφιακός δημιουργός
“Το νησί, όμως, που με μάγεψε είχε την παράδοση, προϊόντα με προσωπικότητα, γεύσεις αυθεντικές, ανθρώπους έξω καρδιά και σημεία μαγευτικά.”
Κάπως έτσι τελείωνε η φίλη σεφ, Ντίνα Νικολάου το υπέροχο επεισόδιο ανακάλυψης της Μυκόνου στην ταξιδιωτική εκπομπή της “Ένα τραπέζι Ελλάδα” το 2013. Εκείνο το επεισόδιο βλέπαμε κι εμείς εκείνο το Σάββατο βράδυ σε επανάληψη με το κρασάκι μας περιμένοντας τη σεφ να κάνει τη γλυκιά πρόποση. Ήπιαμε και εμείς.
Τότε μου κάνει ο Λη, ο σύντροφος μου: “Έχω μια ιδέα. Πάμε του χρόνου στη Μύκονο το Σεπτέμβρη, για τρεις μέρες πριν πάμε στη Μήλο? Με ένα σκοπό. Να ανακαλύψουμε το άλλο της πρόσωπο”.
Έμεινα κάγκελο. Το απόλυτο στερεότυπο. Δυο άντρες στη Μύκονο.
Γιατί εγώ το 1999 που πρωτοπήγα στη Μύκονο ήμουν άλλος άνθρωπος, άλλα έψαχνα. Ήμουν και μόνος. Καλά ήταν. Αλλά τα πάρτυ, τα ξενύχτια δεν τα είδα, γιατί εγώ είμαι ντροπαλούλης και φοβάμαι. Έχω μια δυσκολία και κοιμάμαι νωρίς.
Οι ταξιδιωτικές προκλήσεις, όμως, μου αρέσουν .
‘Εντάξει”, απάντησα.
Το μήνυμα ήταν σαφές. Πάμε στη Μύκονο να ανακαλύψουμε το παραδοσιακό, γραφικό, εναλλακτικό πρόσωπο της Μυκόνου. Υπάρχει? Να δούμε.
Το ίδιο επεισόδιο της Μυκόνου “Ένα τραπέζι Ελλάδα”, το ξαναείδαμε κατά τη διάρκεια της βραδινής πτήσης μας. Γελούσαμε με κάποια σημεία, δακρύζαμε με κάποια άλλα. Άραγε τι θα βρίσκαμε στη Μύκονο?
3,5 ώρες μετά, φτάσαμε με ασφάλεια στον αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος. Μερικές ώρες αναμονή και η επόμενη πρωινή πτήση για Μύκονο ήταν εξίσου εύκολη.
Είχαμε κλείσει το ταξί που μας περίμενε με κατεύθυνση τα ενοικιαζόμενα μας. Φτάσαμε στα δωμάτια μας στην Άνω Μέρα. Πιο ανθρώπινο μέρος, λιγότερο τουριστικό. Μας ταίριαζε γάντι.
Εκείνη την ώρα η κυρία Μαρία, η σπιτονοικοκυρά μας, σταμάτησε αυτό που έκανε για να μας υποδεχτεί. Τα δωμάτια μας δεν ήταν έτοιμα, αλλά αφήσαμε τις βαλίτσες μας. Το μάτι μου έπεσε σε αυτό που συνέχισε να κάνει η κυρία Μαρία. Περίεργο και τη χάζεψα για λίγο. Έκοβε το χοιρινό σε μικρά μικρά κομμάτια κιμά. Κοφτές και γρήγορες κινήσεις.
Τη ρώτησα. Χοιροσφαγίσια κεφτεδάκια. Το χοιρινό με κοφτές και γρήγορες κινήσεις, και κοφτερά μαχαίρια γίνεται κιμάς και μαζί με μυρωδικά, ούζο, σκόρδο και κρεμμύδι τηγανίζεται σε κεφτεδάκια.
Της ζήτησα να δοκιμάσω. Η απόλυτη άσκηση για τους μύες. Πιο δύσκολο από όσο φαίνεται.
Δοκίμασε και ο Λη που έχει πιο γερούς μυς.
Μας έκανε έναν ελληνικό, πήγε η ώρα 11 και είπαμε να πάμε σε μια παραλία. Δε θα αποκαλύψω τίποτε, αλλά βρήκαμε δύο φανταστικές ερημικές παραλίες. Παραλίες χωρίς ξαπλώστρες, ή beach bars, όπως ο Θεός τις έχει φτιάξει όπου απολαύσαμε μπάνιο και ηλιοθεραπεία. Αλλά και ύπνο (στο αεροπλάνο, πόσο ύπνο να πάρεις?).
Απογευματάκι, ο ήλιος έσβηνε γλυκά και εμείς πήραμε το μηχανάκι μας και κατευθυνθήκαμε στο Φάρο του Αρμενιστή. Εγκαταλειμμένος, ένδοξος, εμπνέει. Κάποιος παππούλης που ήταν γύρω και – νομίζω – ήθελε να μου μεταλαμπαδεύσει τη σοφία του μου είπε πως ο λόφος, όπου βρισκόμασταν ονομαζόταν “βουρβούλακας” δηλαδή “βρυκόλακας”. Σκιάχτηκα.
“Ψέμματα ήταν. Για να φοβερίσουν τα μικρά και να μην σκαρφαλώνουν στα βράχια”, μου κάνει. Χαμογέλασα. Είπαμε ένα αντίο και γυρίσαμε στα διαμερίσματα μας. Το βράδυ είχε βολτούλα στην πλατεία της Άνω Μέρας και επιλογή από μια από τις όμορφες ταβέρνες. Λες να είχε δίκιο η Ντίνα? Λες να έχει και άλλο πρόσωπο η Μύκονος?

Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε με τα κοκόρια. Πήγαμε στο Παλαιόκαστρο για την Ανατολή. Οι κινήσεις του ήλιου πάντα με γοήτευαν. Γυμναστικούλα και πρωινό.
Είναι αμαρτία να χάνεις τη μέρα σου. Και ξεκινήσαμε.
Καθώς το νησί ακροβατεί μεταξύ του μοντέρνου και του παραδοσιακού, ο καλύτερος τρόπος να απολαύσεις μια άλλη Μύκονο είναι 08.00. Όταν βγαίνει ο ήλιος, και οι τουρίστες δεν έχουν βγει ακόμα έξω, η Χώρα είναι άλλο πράμα. Κούκλα.

Περπατήσαμε στην άδεια πανέμορφη Μικρή Βενετία, τη γειτονιά που γλείφει το κύμα, την εκκλησία του Κάστρου, χαζέψαμε μεθυσμένους να βγαίνουν από τα κλαμπς, είδαμε και μερικές drag queens.
Και αναπόλησα τα παιδικά μου χρόνια όταν χτύπησε το κουδούνι στο σχολείο της Χώρας. Σεπτέμβρης γαρ, μόλις ξανά-άνοιγαν τα σχολεία.
Λίγο παραπέρα κάτσαμε στο παραδοσιακό καφενείο του Μπακόγια. Μόλις άνοιγε. Καφέ χαζεύοντας μπροστά μας την Πάγκα.
Μαρμάρινοι πάγκοι, όπου οι ντόπιοι ψαράδες φέρουν κάθε πρωί την ψαριά τους. Πολύ σπάνια το βλέπεις αυτό σε ένα τουριστικό νησί. Δίπλα στη Χώρα.
Η Μύκονος μου ξεδιπλωνόταν και μου άρεσε πολύ.
Ανέκαθεν αγαπούσα την κοπανιστή Μυκόνου. Το αλοιφώδες, πικάντικο και ιδιαίτερο αυτό τυρί. Και δε γινόταν να μην σταματήσω για κοπανιστή. Πήγα στην πηγή.
Στο τυροκομείο στο Παλαιόκαστρο σταματήσαμε για να χαζέψουμε τη διαδικασία και αγοράσαμε μερικά βαζάκια. Λίγο παραπέρα, από ένα κρεοπωλείο που μου υπέδειξε Μυκονιάτης φίλος, αγοράσαμε το Μυκονιάτικο serrano ham. Τη λούζα. Και κατευθυνθήκαμε στην παραλία μας. Άδεια όπως και την προηγούμενη μέρα.
Με λίγο παξιμάδι φτιάξαμε ένα κολατσιό ΑΑ. Μια μόστρα με τυρί Μυκόνου, λούζα και ελαιόλαδο. Οι αυθεντικές στιγμές καθώς ο ήλιος έλαμπε. Σκεφτόμουν πόσο διαφορετική πίστευα ότι θα ήταν η Μύκονος, και πόσο διαφορετική αποδεικνυόταν.

Τελευταίο μας βράδυ.
Εμάς μας άρεσε πολύ η Άνω Μέρα. Και η σχετική ηρεμία της. Κάτσαμε σε ένα άλλο μαγαζί στην πλατεία. Εξίσου ωραίο. Εξίσου αληθινό. Η Άνω Μέρα σε όλη της τη δόξα. Γιατί το επόμενο πρωί θα επισκεπτόμουν ένα μέρος που κάθε Έλληνας οφείλει να επισκεφτεί μια φορά στη ζωή του. Τη Δήλο.
Κυριακή πρωί κατεβήκαμε στου Μπακόγια για καφέ και πάλι. Έγινε στέκι μας, νομίζω. Απέναντι ήταν το καραβάκι που θα πήγαινε στη Δήλο. Το νησί των ανέμων επιβεβαίωνε τη φήμη του. Πολύ κύμα, κι όμως το καραβάκι έφυγε κανονικά.
Από μικρός, όταν διάβαζα μυθολογία και ιστορία, ήταν απωθημένο μου να έρθω στη Δήλο.

Φτάσαμε στο λιμανάκι και εγώ βρέθηκα στο κέντρο των Κυκλάδων. Σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά και μεγάλα αρχαιολογικά πάρκα.
Τόσες ερωτήσεις. Απλοϊκές.
Πώς επιλέχτηκε αυτό το νησί; Πώς αναπτύχθηκε ο πολιτισμός.
Για την ιστορία του νησιού δεν μπορώ να μιλήσω, δεν είμαι ιστορικός. Αυτό που μπορώ να πω είναι το δέος που αισθάνομαι και την περηφάνια που είμαι Έλληνας με αυτή την ιστορία. Όχι εγωιστικά, αλλά με σεβασμό και ταπεινότητα.
Ο αέρας κόπασε, η θάλασσα ηρέμησε, και επιστρέψαμε με ασφάλεια στο λιμάνι της Μυκόνου.
Κάτσαμε για τελευταία φορά για μεσημεριανό στο καφενείο του Μπακόγια. Για μένα, από τα πιο αληθινά μέρη που θα μπορούσε να επισκεφτεί κανείς. Και τόσο έξω από την αίσθηση της Μυκόνου.
Η ίδια υπάλληλος που μας εξυπηρετούσε κάθε μέρα, μας εξυπηρέτησε και εκείνη τη μέρα και μας ρώτησε αν μας άρεσε η Μύκονος. Νομίζω ήθελε να ακούσει για την αληθινή εμπειρία μας. Και εντυπωσιάστηκε όταν της μιλήσαμε για τις τρεις τελευταίες μέρες μας. Για την Άνω Μέρα, την Πάγκα, τη βόλτα μας στη Χώρα στις 8 το πρωί. Ακόμα και το τεχνητό φράγμα, που δεν είχε νερό όταν πήγαμε. Αναπολήσαμε τη Μύκονο. Και ναι, βρήκαμε τη δική μας Μύκονο. Η Ντίνα είχε δίκιο. Η Μύκονος είναι πραγματικά το κέντρο του κόσμου.
Γιατί όταν έχεις τη διάθεση να ανακαλύψεις την αλήθεια, θα τη βρεις σε κάθε μέρος. Αρκεί να έχεις τη σωστή παρέα, τη διάθεση να ξεφύγεις από την πεπατημένη, να μιλήσεις με ντόπιους και να βρεις τα μυστικά. Ακόμα και αν χρειαστεί να περπατήσεις λίγο. Έτσι μόνο η Μύκονος θα σου φανερωθεί. Σαν τη Δήλο.
Γιατί το νησί της Δήλου ήταν αρχικά ένας πλωτός, “άδηλος” (αόρατος) βράχος, μέχρι που η Λητώ βρήκε καταφύγιο εκεί και ο Δίας τον στερέωσε, κάνοντάς τον ορατό και σταθερό. “Δήλο” (ορατό, φανερό).
Ελπίζω να μου ξαναφανερωθεί φέτος που θα βρεθώ στη Μύκονο μέσα καλοκαιριού για ένα γάμο.



Αφήστε μια απάντηση